ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ BARCELONA ΜΕ ΥΠΟΠΟΔΙΟ
TOY MIES VAN DER ROHE

To πιο αναγνωρίσιμο κάθισμα του 20ου Αιώνα, που συμβολίζει τον Μοντερνισμό με στοιχεία Μινιμαλισμού, σχεδιασμένο από τον μεγαλύτερο Γερμανό Αρχιτέκτονα και Διευθυντή της Σχολής Bauhaus, τον Ludwig Mies van der Rohe.
Στον ίδιο ανετέθη ο Σχεδιασμός του Γερμανικού Περιπτέρου στην Παγκόσμιο Εκθεση του 1929 που έγινε στη Βαρκελώνη. Το Περίπτερο είναι μια πρωτοποριακή, για την εποχή, κατασκευή με πλάκες από μπετόν στα πλάγια και την οροφή και μεγάλες κρυστάλλινες επιφάνειες. Για να καθίσει το Βασιλικό Ζεύγος της Ισπανίας, στα εγκαίνια, τοποθετήθηκαν δύο ιδιαίτερες πολυθρόνες και τα αντίστοιχα υποπόδια, σαν σκαμνιά, τις οποίες δούλευε με πολλές ""σπουδές"" και πολλά πρωτότυπα πριν τις τελειοποιήσει.
H πρώτη προσπάθεια σκελετού με λάμες έγινε για την Tugendhat armchair, για την ομώνυμη Βίλλα στο Brno της Τσεχοσλοβακίας. Για το περίπτερο της Βαρκελώνης όμως εμπνεύστηκε το σχήμα Χ του σκελετού από τα δερμάτινα αναδιπλούμενα καθίσματα της Ρωμαϊκής Αριστοκρατίας με το όνομα Curule. Αυτό το σχήμα Χ έγινε η ""εικόνα"" του Μοντερνισμού του 20ου αιώνα και το όνειρο να αποκτήσει μία ο κάθε νεαρός αρχιτέκτονας, που είχε καλά μελετήσει αυτό το ""Πλατωνικό Ιδεώδες του καθίσματος"" όπως το ονομάζει ο Tom Wolfe στο βιβλίο του From Bauhaus to Our House (1981).
H παραγωγή της ήταν πολύ μικρή μέχρι το 1953 που ο Μies, στην Αμερική πλέον, παρεχώρησε το δικαίωμα παραγωγής στην Florence Knoll, παρ'ότι τα αποκλειστικά δικαιώματα είχαν ήδη λήξει (Wikipedia-Barcelona chair). H Knoll παράγει έκτοτε το κάθισμα, μαζί με άλλους παραγωγούς σε όλον τον κόσμο, ακόμη και στην Κίνα. Μεγάλες βιομηχανίες στην Ιταλία, όπως και η Knoll, παράγουν την Βarcelona και το υποπόδιο σε μιά τεράστια ποικιλία δερμάτων και χρωμάτων, σε τιμές που είναι πλέον προσιτές για την κατοικία και τους δημόσιους χώρους. Σαν παράδειγμα, ένα ξενοδοχείο που έχει ένα brand color στα έπιπλά του, μπορεί να την παραγγείλει σε ένα τέτοιο χρώμα.

Bauhaus Classics

Η σχολή του Bauhaus ένα από τα σημαντικότερα φαινόμενα της δεκαετίας του 1920, ήταν η σχόλη που ονομαζόταν « Das Staatliche Bauhaus », η οποία δημιουργήθηκε το 1919 από τον Walter Gropius με τη συγχώνευση των σχολών καλών τεχνών και εφαρμοσμένων τεχνών, στη Βαιμάρη. Ο Gropius πίστευε στην ανάγκη ενότητας μεταξύ της αρχιτεκτονικής, των καλών τεχνών και των εφαρμοσμένων τεχνών. Το καινούριο στοιχείο στο πρόγραμμα του Gropius ήταν η άποψη πως ο αρχιτέκτονας, ο ζωγράφος ή ο γλύπτης, δεν θα πρέπει απλά να συνεργάζεται με τους ειδικευμένους τεχνίτες αλλά, πριν από όλα, να είναι και ο ίδιος ένας τέτοιος τεχνίτης. Η ιδέα της μάθησης μέσα από την πράξη, της ανάπτυξης μιας αισθητικής στη βάση ολοκληρωμένων τεχνικών ικανοτήτων, ήταν πραγματικά επαναστατική.
Η πρώτη διακήρυξη της σχόλης δήλωνε ότι: «Αρχιτέκτονες, ζωγράφοι, και γλύπτες πρέπει να αναγνωρίσουν τον σύνθετο χαρακτήρα του κτιρίου ως μια αυτοδύναμη ενότητα... Η τέχνη δεν είναι "επάγγελμα". Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ του καλλιτέχνη και του τεχνίτη. Ο καλλιτέχνης είναι ένας τεχνίτης με αυξημένη γνώση της αισθητικής. Μαζί μπορούν να συλλάβουν και να υλοποιήσουν το νέο κτίριο του μέλλοντος, που θα αγκαλιάζει την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, και τη ζωγραφική σε μια αδιάσπαστη ενότητα, και μια μέρα θα υψώσει από τα χέρια ενός εκατομμυρίου εργατών στον ουρανό, σαν το κρυστάλλινο σύμβολο μιας νέας πίστης».
Ο Gropius δήλωνε: «θέλουμε να δημιουργήσουμε μια καθαρή, λειτουργική αρχιτεκτονική, της οποίας η εσωτερική λογική θα είναι απλή και στερεή, απαλλαγμένη από τα πρόσθετα διακοσμητικά βάρη. Θέλουμε μια αρχιτεκτονική προσαρμοσμένη στον σύγχρονο κόσμο των μηχανών, των ραδιοφώνων και των γρήγορων αυτοκινήτων, μια αρχιτεκτονική, της οποίας η μορφή θα αντανακλά φανερά τη λειτουργία».